Παράδοση ιστορικού κυπριακού υλικού

Καταχωρήθηκε από τον χρήστη στις 11 Ιούλιος 2017, στις 15 : 39 ΜΜ Print

Παράδοση ιστορικού κυπριακού υλικού

Το υλικό για την Κύπρο θα δοθεί στην Κυπριακή Βουλή από την Ελληνική Βουλή με απόφαση της Ολομέλειας της Βουλής, την Τρίτη 11 Ιουλίου 2017.
Επίσης για το πρόβλημα που υπάρχει στο Κυπριακό τονίστηκε ότι το μέλλον της Κύπρου είναι η επανένωσή της σε μιά ομοσπονδία η οποία θα είναι στην ΕΕ. Όμως επισημάνθηκε ότι η λύση είναι στα χέρια του κυπριακού λαού.

Συγκεκριμένα στην ομιλία του ο Πρωθυπουργός Αλέξης τσίπρας είπε «Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, θεώρησα απαραίτητο να ζητήσω τη σύγκληση σήμερα της Ολομέλειας, αξιοποιώντας σχετικό άρθρο του Κανονισμού, προκειμένου να ενημερώσω το Σώμα για την πορεία του Κυπριακού, σε συνέχεια και του τερματισμού των συνομιλιών στην Ελβετία τα ξημερώματα της περασμένης Παρασκευής.
Είναι σαφές, άλλωστε, όπως είχα επανειλημμένως την ευκαιρία να επισημάνω στις κατ’ ιδίαν συνομιλίες μου με τους Αρχηγούς των κοινοβουλευτικών κομμάτων, ότι η δίκαιη και βιώσιμη λύση του Κυπριακού αποτελεί εθνικής σημασίας στόχο, για την επίτευξη του οποίου είναι εξαιρετικά σημαντικός ο διάλογος, η διαρκής ενημέρωση αλλά και η συνεννόηση μεταξύ των πολιτικών κομμάτων.
Στο πλαίσιο αυτό άλλωστε η ελληνική Κυβέρνηση, η ελληνική αντιπροσωπεία κατά τη διάρκεια των συνομιλιών υποστήριξε σθεναρά καθ’ όλη τη διάρκεια της διαπραγμάτευσης τις πάγιες θέσεις της χώρας μας:
Πρώτον, ότι δίκαιη και βιώσιμη λύση του Κυπριακού προς όφελος του συνόλου του κυπριακού λαού, Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων, μπορεί να επιτευχθεί μόνο επί τη βάσει των αποφάσεων του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, αλλά και της ιδιότητας της Κυπριακής Δημοκρατίας ως κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Δεύτερον, ότι η Ελλάδα στηρίζει σταθερά τις προσπάθειες της Κυπριακής Δημοκρατίας στις δικοινοτικές συνομιλίες, αλλά εμπλέκεται μόνο στη διαπραγμάτευση του Κεφαλαίου της Ασφάλειας.
Τρίτον, ότι στο πλαίσιο των συνομιλιών η Ελλάδα βρίσκεται σε διαρκή συντονισμό με την Κυπριακή Δημοκρατία, της οποίας άλλωστε ο λαός θα κληθεί να πάρει και την όποια τελική απόφαση.
Στη βάση αυτών των πάγιων θέσεών μας αναδείξαμε με επιμονή και αποφασιστικότητα το γεγονός ότι δίκαιη και βιώσιμη λύση του Κυπριακού συνεπάγεται πρώτα και κύρια άρση των συνεπειών της εισβολής και κατοχής μέρους της Κύπρου. Με δύο λόγια, συνεπάγεται κατάργηση των επεμβατικών δικαιωμάτων και των εγγυήσεων και αποχώρηση των κατοχικών στρατευμάτων.
Στο σημείο αυτό επιτρέψτε μου να επισημάνω ιδιαίτερα την καθοριστική, ιστορικής σημασίας, θα έλεγα, προσπάθεια της διαπραγματευτικής ομάδας του Υπουργείου Εξωτερικών και προσωπικά του Υπουργού Εξωτερικών κ. Κοτζιά, για την οποία σήμερα θα ήθελα και δημόσια να τον ευχαριστήσω. Γιατί η ελληνική πλευρά ανέδειξε με απόλυτη σαφήνεια σε όλα τα fora και τις διεθνείς μας επαφές το γεγονός, ότι κανένα κράτος στον εικοστό πρώτο αιώνα και ειδικά ένα κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δεν μπορεί να θεωρείται κυρίαρχο και ανεξάρτητο εάν εις βάρος του υφίστανται εγγυητικά και επεμβατικά δικαιώματα.
Γιατί η ελληνική πλευρά επίσης ανέδειξε με απόλυτη σαφήνεια το γεγονός ότι κανένα κράτος της Ευρωπαϊκής Ένωσης -και σίγουρα όχι η Ελλάδα- δεν θα μπορούσε να αποδεχθεί και να συνυπογράψει δικαίωμα επέμβασης της Τουρκίας στην επανενωμένη Κυπριακή Δημοκρατία, δηλαδή απέναντι σε μια χώρα κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ανέδειξε, επίσης, το γεγονός, επίσης, ότι μία επανενωμένη Κύπρος υπό το καθεστώς εγγυήσεων δεν θα μπορούσε ποτέ να εκφραστεί με ανεξάρτητη φωνή σε κοινοτικό επίπεδο, με όλες τις συνέπειες που θα είχε αυτό για την ίδια την Ευρωπαϊκή Ένωση και το γεγονός ότι η διατήρηση των εγγυήσεων και η παρουσία των κατοχικών στρατευμάτων στην επανενωμένη Κύπρο θα υπονόμευαν καθημερινά οποιαδήποτε προσπάθεια για ειρήνη και συμφιλίωση στο νησί.
Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, θεωρώ ότι σε μεγάλο βαθμό -ίσως για πρώτη φορά σε τόσο μεγάλο βαθμό- μπορέσαμε να πείσουμε τη διεθνή κοινότητα αυτές οι θέσεις να γίνουν και δικές της θέσεις και θεωρώ ότι είναι εξίσου σημαντικό το γεγονός ότι πείσαμε και για τις προθέσεις μας, για το ότι δηλαδή δεν βρεθήκαμε όλο αυτό το διάστημα στη διαπραγμάτευση και στις συνομιλίες προκειμένου να ροκανίσουμε τον χρόνο των διαπραγματεύσεων για να παίξουμε το γνωστό παιχνίδι της επίρριψης των ευθυνών για την αποτυχία, αλλά αγωνιστήκαμε ειλικρινά υπέρ μιας λύσης που θα μπορεί να ωφελήσει το σύνολο του κυπριακού λαού, εξασφαλίζοντας ότι τα λάθη του παρελθόντος δεν θα επαναληφθούν κι ότι η ασφάλεια της μιας Κοινότητας δεν θα οικοδομηθεί εις βάρος της ασφάλειας της άλλης.
Εδώ και έναν χρόνο περίπου καταθέσαμε σειρά προτάσεων, μεταξύ των οποίων είναι η σύναψη τριμερούς συμφώνου φιλίας και η δημιουργία μηχανισμού ελέγχου του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών. Αυτές είναι προτάσεις που μαζί με την αλλαγή στη δομή του κράτους, τα μέτρα αστυνόμευσης και τη συμμετοχή στην Ευρωπαϊκή Ένωση θα ενίσχυαν την αίσθηση ασφάλειας και της τουρκοκυπριακής κοινότητας.
Στο πλαίσιο αυτό επανειλημμένως καλέσαμε και στην πρώτη φάση των συνομιλιών στην Ελβετία, τον περασμένο Γενάρη, αλλά και τώρα στη δεύτερη φάση την Τουρκία σε προπαρασκευαστικές διαβουλεύσεις. Δυστυχώς δεν βρήκαμε ανταπόκριση. Και το λέω αυτό με ιδιαίτερη λύπη διότι, όπως φάνηκε, αν είχαμε καταφέρει να σημειώσουμε εκ των προτέρων ουσιαστική πρόοδο στο κεφάλαιο αυτό, όπως αυτή η πρόοδος σημειώθηκε σε άλλα κεφάλαια, η προοπτική για λύση στην Ελβετία θα ήταν πολύ καλύτερη.
Αυτό όμως που διαφάνηκε, παρά κάποιες επιμέρους ελπιδοφόρες ενδείξεις, ήταν ότι η Τουρκία δεν είχε τελικά πρόθεση να δεσμευθεί σε μία λύση που θα επέτρεπε στην επανενωμένη Κύπρο να είναι πραγματικά ανεξάρτητη και κυρίαρχη, δηλαδή σε μια λύση χωρίς επεμβατικά δικαιώματα τρίτων χωρών και βεβαίως με την έστω και σταδιακή, αποχώρηση όμως, του κατοχικού στρατού.
Δεν θα ήθελα να μπω σε περισσότερες λεπτομέρειες για την έκβαση της διαπραγμάτευσης. Άλλωστε τον λόγο θα πάρει και ο Υπουργός Εξωτερικών, ο οποίος χθες ενημέρωσε αναλυτικά και τους εκπροσώπους των κομμάτων. Θεωρώ, όμως, ότι η επόμενη περίοδος είναι ιδιαίτερα σημαντική και γι’ αυτό επιτάσσει αποφασιστικότητα και ψυχραιμία σε μια σειρά από θέματα, ζητήματα, που συνδέονται με τη σημερινή μας συζήτηση.
Επιτρέψτε μου, λοιπόν, να τα ιεραρχήσω συνοπτικά.
Πρώτον, η συνεργασία Ελλάδας – Κυπριακής Δημοκρατίας αποτελεί και θα συνεχίσει να αποτελεί τον κρίσιμο άξονα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής. Το γεγονός αυτό δεν περιορίζεται μόνο στις συνομιλίες για το Κυπριακό, όπου ο συντονισμός ήταν εξαιρετικός και θα ήθελα με την ευκαιρία να ευχαριστήσω γι’ αυτό τον Πρόεδρο Αναστασιάδη και τη διαπραγματευτική ομάδα της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η συνεργασία Ελλάδας – Κυπριακής Δημοκρατίας έχει ευρύτερες διαστάσεις. Αφορά γενικότερα -θα έλεγα- τη διεθνή διπλωματική μας συνεργασία στην Ευρωπαϊκή Ένωση, στη Σύνοδο των ευρωπαϊκών χωρών του Νότου, στις ιδιαίτερης στρατηγικής σημασίας τριμερείς συνεργασίες μας με χώρες της Μέσης Ανατολής και άλλες χώρες. Αφορά ασφαλώς και τη στήριξη της Κυπριακής Δημοκρατίας στην άσκηση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της στην Αποκλειστική Οικονομική της Ζώνη.
Η Κυπριακή Δημοκρατία ως κυρίαρχο κράτος έχει το αναφαίρετο δικαίωμα να επιλέξει τον τρόπο με τον οποίο θα αξιοποιήσει τα δικαιώματά της, αυτά που απορρέουν από το Διεθνές Δίκαιο και το Δίκαιο της Θάλασσας.
Και σε αυτήν την επιλογή της είναι αυτονόητο ότι θα έχει τη στήριξη τόσο της Ελλάδας όσο όμως και της Ευρωπαϊκής Ένωσης αλλά και της διεθνούς κοινότητας συνολικά απέναντι σε οποιαδήποτε απειλή.
Δεύτερον, ο τερματισμός των συνομιλιών στην Ελβετία θέλω να τονίσω ότι δεν αποτελεί το τέλος της προσπάθειάς μας. Η δίκαιη και βιώσιμη λύση του Κυπριακού στο πλαίσιο των αποφάσεων του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών αποτελεί και θα συνεχίσει να αποτελεί κεντρικό άξονα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, κεντρικό διακύβευμα για μια χώρα που αποτελεί πυλώνα ειρήνης, σταθερότητας και ασφάλειας στην ευρύτερη περιοχή. Στο πλαίσιο αυτό είμαστε πάντοτε ανοιχτοί στην επανέναρξη των συνομιλιών υπό τον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών, στον βαθμό βεβαίως που θα εκφραστεί ενδιαφέρον από όλες τις πλευρές. Και θα συνεχίσουμε να κινούμαστε στην ίδια κατεύθυνση: Προάσπιση των αρχών μας, σε συνδυασμό με μια διπλωματία, που δεν βασίζεται σε φοβίες και σε εμμονές του παρελθόντος αλλά σε εποικοδομητικές προτάσεις και στη δημιουργία διεθνών ερεισμάτων.
Και βέβαια θα αξιοποιήσουμε το γεγονός ότι η κατάργηση των εγγυήσεων και η αποχώρηση των κατοχικών στρατευμάτων αποτελεί πια, χάρη και στις προσπάθειες της ελληνικής πλευράς, μέρος της ατζέντας της διεθνούς κοινότητας για την επίλυση του κυπριακού προβλήματος, όπως επιβεβαιώνεται άλλωστε και από τον Γενικό Γραμματέα του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, έναν άνθρωπο που χαίρει ιδιαίτερης εκτίμησης διεθνώς. Μια πολιτική προσωπικότητα, θα έλεγα, υψηλού κύρους, που μπορεί να συνεχίσει και ελπίζουμε να συνεχίσει αυτή τη σημαντική προσπάθεια για την εξεύρεση δίκαιης και βιώσιμης λύσης στο κυπριακό πρόβλημα.
Τρίτο σημείο: η δίκαιη και βιώσιμη λύση του Κυπριακού είναι και πρέπει να είναι όχι το κεντρικό πρόταγμα για την Ελλάδα και τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, αλλά το κεντρικό πρόταγμα για την ίδια την Ευρωπαϊκή Ένωση και το μέλλον της. Και αυτό είχα την ευκαιρία να τονίσω στην πρόσφατη Σύνοδο Κορυφής, όχι μόνον γιατί αφορά την άρση της παράνομης κατοχής μέρους ενός κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ούτε μόνον διότι η εφαρμογή του ευρωπαϊκού κεκτημένου είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την επίλυση του ζητήματος και ούτε μόνον επειδή χάρη στις συντονισμένες μας προσπάθειες έχει γίνει πια αποδεκτό από όλους ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει θέση στο τραπέζι των συνομιλιών. Αλλά κυρίως διότι συμβάλλοντας στην επίλυση του Κυπριακού η Ευρωπαϊκή Ένωση ανοίγει τον δρόμο ώστε να ενισχύσει και τον δικό της διεθνή και περιφερειακό ρόλο.
Τέταρτο σημείο: το μήνυμά μας προς την Τουρκία, το οποίο αναδείχθηκε και κατά τις συνομιλίες για το Κυπριακό, πρέπει να παραμείνει σταθερό, ιδιαίτερα σε αυτές τις δύσκολες στιγμές. Είμαστε αποφασιστικοί στην προάσπιση των αρχών και δικαιωμάτων μας έναντι οποιασδήποτε απειλής και παράνομης διεκδίκησης. Την ίδια στιγμή είμαστε και προσηλωμένοι στη διεκδίκηση των ζητημάτων που μας χωρίζουν και στην οικοδόμηση μιας σχέσης που θα βασίζεται στον σεβασμό του διεθνούς δικαίου αλλά και στον αμοιβαίο σεβασμό.
Μένει, βεβαίως, να δούμε κατά πόσον και η Τουρκία θα αναγνωρίσει τη σημασία που έχει η δίκαιη και βιώσιμη επίλυση του Κυπριακού για την ίδια, για τις σχέσεις μας, για τις ευρωτουρκικές σχέσεις και την ευρωπαϊκή της προοπτική, αλλά βεβαίως και τη σημασία και για την ασφάλεια, τη σταθερότητα στην ευρύτερη περιοχή.
Κυρίες και κύριοι Βουλευτές, θα ήθελα κλείνοντας μετά από αυτό το πλαίσιο της ενημέρωσης, χωρίς ελπίζω να καταχραστώ κατά πολύ τον χρόνο που προβλέπει ο Κανονισμός, να χαιρετίσω την απόφαση της ελληνικής και της κυπριακής Βουλής από τον Γενάρη του 2016 για την από κοινού πρόσβαση σε όλα τα ντοκουμέντα, τα οποία ήρθαν στη γνώση και την κατοχή της ελληνικής Βουλής από το 1986 μέχρι το 1988 κατά τη διάρκεια της Εξεταστικής, τότε, Επιτροπής για τον «Φάκελο της Κύπρου».
Μια περίοδος, κατά την οποία καταθέσεις των μαρτύρων εκείνων όλων όσων είχαν σχέση με την κυπριακή τραγωδία είναι ένα πλούσιο και χρήσιμο υλικό με ιδιαίτερη ιστορική σημασία. Είκοσι εννέα χρόνια μετά την Εξεταστική Επιτροπή και σαράντα τρία χρόνια μετά την εισβολή η ελληνική Βουλή θα δώσει πλήρη σειρά αυτών των ντοκουμέντων στην κυπριακή Βουλή, έτσι ώστε να ανοίξει, όπως δικαιούται άλλωστε, ένα θέμα που αφορά κυρίως τον κυπριακό λαό και για το οποίο ο κυπριακός λαός δικαιούται να έχει γνώση και να ανοίξει, βεβαίως, για επιστημονικούς και ιστορικούς λόγους αυτή η περίοδος προς εξέταση.
Θα ήθελα να επισημάνω, όπως άλλωστε θα γνωρίζετε, ότι αυτή η απόφαση των δύο εθνικών αντιπροσωπειών έχει ληφθεί εδώ και πάρα πολύ καιρό. Συνεπώς, ουδόλως σχετίζεται με την πορεία των συνομιλιών για την επίλυση του Κυπριακού προβλήματος. Αντιθέτως, θα έλεγα ότι ανεξαρτήτως από τις συνομιλίες και την έκβασή τους αποτελεί ένα ανεκπλήρωτο εδώ και δεκαετίες χρέος της ελληνικής πολιτείας απέναντι στον κυπριακό λαό. Είναι ένας ελάχιστος φόρος τιμής και μια ιστορική δικαίωση προς όλους όσοι αγωνίστηκαν, αντιστάθηκαν και θυσιάστηκαν προς το πραξικόπημα κατά του Μακαρίου και στην εισβολή και κατοχή μέρους της Κύπρου από τις επιχειρήσεις του Αττίλα.
Με αυτό το πνεύμα, λοιπόν, θέλω να πιστεύω ότι το σύνολο των δημοκρατικών πολιτικών δυνάμεων θα στηρίξουν αυτή την ιστορική πράξη του Ελληνικού Κοινοβουλίου, όπως άλλωστε ενέκριναν πριν από λίγο καιρό και τα πρωτόκολλα συνεργασίας ανάμεσα στις δύο εθνικές αντιπροσωπείες με τα οποία η πρωτοβουλία αυτή ξεκίνησε.»

Από την πλευρά του ο Πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας Κυριάκος Μητσοτάκης τόνισε «Κυρίες και κύριοι βουλευτές, πριν λίγες ημέρες στο Κραν Μοντανά της Ελβετίας προστέθηκε άλλο ένα κεφάλαιο στην ιστορία των χαμένων ευκαιριών επίλυσης του κυπριακού ζητήματος. Δυστυχώς, μία σοβαρή πολιτική και διπλωματική προσπάθεια, που σε ορισμένα στάδιά της είχε αναπτύξει θετική δυναμική,  προσέκρουσε στην αδιαλλαξία της Άγκυρας. Γεωστρατηγικές επιδιώξεις και αντιλήψεις μιας άλλης εποχής, μιας εποχής που έχει εδώ και χρόνια ξεπεραστεί από νέα δεδομένα και νέες πραγματικότητες, εγκλώβισαν – για άλλη μια φορά – την Τουρκία σε μια ουσιαστικά άκαμπτη στάση.
Πέραν της εμμονής σε δυσλειτουργικές προσεγγίσεις όσον αφορά στην λεγόμενη εσωτερική πτυχή του Κυπριακού, η Άγκυρα απέτρεψε με τη στάση της τη δυνατότητα σύγκλισης στα κρίσιμα θέματα της εξωτερικής πτυχής. Δηλαδή στα ζητήματα της ασφάλειας, των εγγυήσεων και των επεμβατικών δικαιωμάτων. Ο γεωστρατηγικός έλεγχος επί της Κύπρου παραμένει σταθερή επιδίωξη της Τουρκίας. Φάνηκε αυτό από την προσήλωση – μέχρι και την τελευταία στιγμή – στην μακρόχρονη παραμονή κατοχικών δυνάμεων στο νησί χωρίς συγκεκριμένη καταληκτική ημερομηνία πλήρους και οριστικής αποχώρησής τους. Φαίνεται και στην αμετακίνητη θέση να διατηρηθεί το αναχρονιστικό σύστημα εγγυήσεων και επεμβατικών δικαιωμάτων τρίτων.  Δεν βρισκόμαστε, όμως, στο 1960. Δεν είμαστε στον Ψυχρό Πόλεμο. Δεν διανύουμε την εποχή των Αδεσμεύτων. Δεν ζούμε στα χρόνια της Χούντας.
Ένα νέο περιβάλλον έχει διαμορφωθεί – τόσο νομικά όσο και πολιτικά – χάρη σε σειρά αποφάσεων του Ο.Η.Ε. και, βεβαίως, χάρη στην ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση.  Στο πλαίσιο αυτό είναι παρωχημένες και ανεδαφικές οι λογικές εγγυήσεων και επεμβατικών δικαιωμάτων. Σε μία επανενωμένη Κύπρο, μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπου Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι από κοινού θα απολαμβάνουν τα αγαθά της Δημοκρατίας, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, της οικονομικής προόδου, της ασφάλειας και της σταθερότητας, δεν μπορεί να ισχύει μια ασφυκτική επιτήρηση. Δεν μπορούν να ισχύουν οι εγγυήσεις, η δυνατότητα επέμβασης από τα τρίτα Κράτη και φυσικά η παρουσία ξένων στρατευμάτων. Μια τέτοια κατάσταση πραγμάτων δεν συνάδει και δεν μπορεί να είναι αποδεκτή σε μια σύγχρονη ευρωπαϊκή Δημοκρατία.
Οι Συνθήκες Εγγύησης και Συμμαχίας του 1960 – με άλλα λόγια – δεν μπορούν να είναι το θεμέλιο για το σήμερα και το αύριο. Πόσο μάλλον, όταν υπάρχουν πια οι Αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας του Ο.Η.Ε., οι Συνθήκες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η Κοινή Πολιτική Ασφάλειας και Άμυνας, η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το Συμβούλιο της Ευρώπης και το Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Όλα αυτά, σε συνδυασμό με το Σύνταγμα μιας επανενωμένης Κύπρου, παρέχουν επαρκή και σταθερή βάση για την ασφάλεια και των δύο κοινοτήτων του νησιού.
Όμως, δυστυχώς, η Άγκυρα δεν επιχείρησε ποτέ να διαβάσει έτσι τη συγκυρία. Δεν θέλησε να δει ξεκάθαρα το κοινό ευρωπαϊκό μέλλον Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων. Εγκλωβίστηκε στο παρελθόν. Έχει, λοιπόν, την ευθύνη της αποτυχίας αυτού του γύρου διαπραγματεύσεων. Ούτε οι εποικοδομητικές ευρωπαϊκές παρεμβάσεις ούτε η παρουσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης έκαναν την Άγκυρα να αλλάξει στάση. Ούτε ακόμα και ο Γενικός Γραμματέας του Ο.Η.Ε., ο κ. Γκουτέρες, που παραβρέθηκε στο τελικό στάδιο των διαβουλεύσεων και επέδειξε – και πρέπει να το τονίσουμε – αξιοθαύμαστη επιμονή και γνώση του ζητήματος, μπόρεσε να αποτρέψει το επερχόμενο αδιέξοδο.
Μέσα σε αυτό το άγονο τοπίο, η γενναία και θετική στάση του Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας του κ. Νίκου Αναστασιάδη έμεινε, δυστυχώς, χωρίς ανταπόκριση από την άλλη πλευρά του τραπεζιού. Μέχρι την τελευταία στιγμή, ο Πρόεδρος Αναστασιάδης έκανε προσπάθεια άρσης του αδιεξόδου καταθέτοντας – και μάλιστα γραπτώς – πλήρη και συνεκτική πρόταση για όλες τις πτυχές του ζητήματος. Πρόταση που αφορούσε το εδαφικό, το περιουσιακό, τα ζητήματα της διακυβέρνησης και της κατανομής εξουσιών, την ασφάλεια και τις εγγυήσεις, τα στρατεύματα κατοχής, την πολυεθνική δύναμη, την αρχή της ισότιμης μεταχείρισης. Πρόταση τολμηρή και ουσιαστική. Πρόταση, όμως, που συνάντησε αδιαλλαξία και επιμονή σε παρωχημένες θέσεις.
Είναι θετικό ότι η ελληνική πλευρά, δρώντας μέσα στο πλαίσιο της εγγυήτριας δύναμης, δεν παρέκκλινε από την πάγια εθνική γραμμή ότι η Λευκωσία έχει τον πρώτο λόγο. Η Κύπρος αποφασίζει, η Ελλάδα στηρίζει και συμπαρίσταται και οι άρρηκτες σχέσεις Ελλάδος και Λευκωσίας αποτελούν θεμελιώδη προϋπόθεση και, τελικά, στοιχείο ισχύος του Ελληνισμού.
Η Διεθνής Κοινότητα, ανεξάρτητα από το αν αυτό τελικά θα αναγνωριστεί δημόσια – για λόγους που όλοι αντιλαμβανόμαστε – γνωρίζει ποιος και τι έφταιξε. Και ακριβώς επειδή το γνωρίζει, και το γνωρίζει καλά, η Διεθνής Κοινότητα, ιδίως ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών, αλλά και η Ευρωπαϊκή Ένωση, οφείλει, από εδώ και πέρα, να διασφαλίσει δύο κρίσιμα ζητήματα: Πρώτον, ότι η προσπάθεια επίλυσης του Κυπριακού δεν θα τερματιστεί εδώ. Και δεύτερον, ότι θα αποτραπεί κάθε προσπάθεια αμφισβήτησης των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Πρέπει να γίνει συνείδηση ότι στο Κραν Μοντανά μπήκε μια άνω τελεία και όχι μια τελεία. Κάποιες δηλώσεις για αναζήτηση λύσης εκτός πλαισίου Ο.Η.Ε., για plan B, για plan C, καθώς και ό,τι άλλο υπονοούσε η τουρκική πλευρά, δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές. Είναι εκτός του πλαισίου συζήτησης και διαπραγμάτευσης.
Ύστερα από ένα εύλογο χρονικό διάστημα περισυλλογής, η προσπάθεια πρέπει να εκκινήσει ξανά, λαμβάνοντας υπόψη πολιτικά δεδομένα εντός και εκτός Κύπρου. Αθήνα και Λευκωσία συμφωνούμε και έχουμε δεσμευθεί σε αυτό, ότι η σημερινή κατάσταση παράνομης κατοχής και ουσιαστικής διχοτόμησης είναι απαράδεκτη. Και, πράγματι, είναι θετικό το γεγονός ότι οι περισσότεροι πια και στην παγκόσμια κοινή γνώμη αντιλαμβάνονται το δίκαιο των βασικών ελληνικών και κυπριακών θέσεων.
Στη Νέα Δημοκρατία, σήμερα ως σοβαρή Αξιωματική Αντιπολίτευση και αύριο ως υπεύθυνη Κυβέρνηση, θα συνεχίσουμε να εργαζόμαστε για λύση δίκαιη, λύση λειτουργική και βιώσιμη. Λύση πάντα σύμφωνη με το Διεθνές Δίκαιο, τις αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας του Ο.Η.Ε.. Λύση που να εφαρμόζει το Ευρωπαϊκό κεκτημένο το οποίο αποτελεί τελικά την καλύτερη εγγύηση για ένα σταθερό και ειρηνικό μέλλον για Ελληνοκυπρίους και Τουρκοκυπρίους μέσα σε μία επανενωμένη ευρωπαϊκή Κύπρο. Μια Κύπρο, όμως, χωρίς στρατεύματα κατοχής, χωρίς ξένες εγγυήσεις και χωρίς επεμβατικά δικαιώματα. Αυτή ήταν και επί Κυβερνήσεων Νέας Δημοκρατίας η σταθερή ελληνική θέση.
Όπως ανέφερα ήδη, η Διεθνής Κοινότητα οφείλει, με κατάλληλες παρεμβάσεις και σαφή μηνύματα, να αποτρέψει πολιτικές και ενέργειες αμφισβήτησης των καθ’ όλα νόμιμων κυριαρχικών δικαιωμάτων της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η Κύπρος, όπως κάθε ανεξάρτητο και κυρίαρχο Κράτος, έχει δικαίωμα να αξιοποιήσει τις πλουτοπαραγωγικές πηγές της, όπου και αν αυτές βρίσκονται. Στο έδαφος, στα χωρικά ύδατα, στην υφαλοκρηπίδα, και βέβαια στην Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη της, η οποία έχει οριοθετηθεί σύμφωνα με το Διεθνές Δίκαιο και τη Σύμβαση του Ο.Η.Ε. για το Δίκαιο της Θάλασσας. Η διαδικασία επίλυσης του Κυπριακού δεν συνδέεται, με κανέναν τρόπο, με την άσκηση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Κυπριακής Δημοκρατίας επί της Α.Ο.Ζ. της.
Ο Πρόεδρος Αναστασιάδης σωστά έχει καταστήσει σαφές ότι «Οι ενεργειακοί σχεδιασμοί της Κυπριακής Δημοκρατίας δεν έχουν σχέση με την ευθύνη της Τουρκίας, που οδήγησε στο ναυάγιο των συνομιλιών». Και γι’ αυτό, όπως δήλωσε, «δεν πρόκειται να υπάρξει αναβολή στις γεωτρήσεις στην κυπριακή Α.Ο.Ζ.». Συμφωνούμε και τον στηρίζουμε.
Το μήνυμά μας πρέπει να είναι καθαρό. Καμία αμφισβήτηση δεν είναι νοητή. Καμία ενέργεια παρεμπόδισης κυριαρχικών δικαιωμάτων δεν είναι αποδεκτή. Η Ανατολική Μεσόγειος μπορεί και πρέπει να είναι μια θάλασσα σταθερότητας, ειρήνης και ανάπτυξης. Θάλασσα που θα ενώνει και δεν θα χωρίζει Κράτη και λαούς.
Ο σεβασμός του Διεθνούς Δικαίου και η αρχή των σχέσεων καλής γειτονίας είναι αυτονόητη προϋπόθεση γι’ αυτό. Το επιβεβαιώνει, εξάλλου, το πλέγμα των άριστων σχέσεων Ελλάδας, Κύπρου, Ισραήλ, αλλά και Ελλάδας, Κύπρου, Αιγύπτου, που ξεκίνησαν, διαμορφώθηκαν και εμπλουτίστηκαν τα τελευταία χρόνια. Οι σχέσεις των τεσσάρων χωρών αποκτούν διαρκώς βάθος, πληρότητα και σταθερότητα σε όφελος της περιφερειακής συνεργασίας και ασφάλειας. Αθήνα, Λευκωσία, Τελ Αβίβ και Κάιρο έχουμε βρει έναν αρμονικό βηματισμό, βασισμένο στον αμοιβαίο σεβασμό, στις σχέσεις καλής γειτονίας και στο Διεθνές Δίκαιο. Διαμορφώνουμε ένα πλέγμα πολυεπίπεδης συνεργασίας, η οποία δεν στρέφεται κατά καμίας άλλης χώρας, αλλά αντιθέτως συμβάλλει στην εμπέδωση της ειρήνης και της σταθερότητας στην περιοχής μας.
Η Τουρκία θα πρέπει να επιλέξει ποιο ρόλο θα έχει τελικά σε αυτήν την κρίσιμη και πολλά υποσχόμενη περιοχή του κόσμου. Θα είναι παράγοντας σταθερότητας και ασφάλειας στην Ανατολική Μεσόγειο; Θα είναι γείτονας προβλέψιμος και αξιόπιστος; Θα είναι τελικά σταθερός ή αβέβαιος σύμμαχος; Αυτό, βεβαίως, δεν αφορά μόνο στην Ανατολική Μεσόγειο. Αφορά και στο Αιγαίο. Το έχουμε πει πολλές φορές, το επαναλαμβάνω και σήμερα από το βήμα της Εθνικής Αντιπροσωπείας: Επιθυμούμε ουσιαστικές σχέσεις φιλίας με την Τουρκία. Σχέσεις στέρεες. Θεμελιωμένες στο μόνο ακλόνητο βάθρο ρύθμισης των διακρατικών και διεθνών σχέσεων. Στο Διεθνές Δίκαιο.
Στο πλαίσιο αυτό, είναι προφανές ότι η πλήρης εξομάλυνση των ελληνοτουρκικών σχέσεων περνάει, αναπόδραστα και από την επίλυση του Κυπριακού και από το τέλος της σαραντατριάχρονης παράνομης κατοχής του βόρειου τμήματος του νησιού. Και η ουσιαστική παύση αυτής της απαράδεκτης κατάστασης θα δώσει εκ των πραγμάτων θετική ώθηση, όχι μόνο στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, αλλά και στις σχέσεις της Τουρκίας με την Ευρώπη. Σχέσεις που αυτή την περίοδο περνάνε, για πολλούς λόγους, μία ιδιαίτερα δύσκολη φάση.
Η θέση μας είναι ξεκάθαρη: Η Τουρκία δεν πρέπει να αποξενωθεί από την Ευρώπη.
Πιστεύουμε ότι η ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας πρέπει να μείνει ζωντανή. Να προχωρήσει στη βάση της προσαρμογής στα ευρωπαϊκά προαπαιτούμενα και στο κοινοτικό κεκτημένο. Προμετωπίδα του οποίου είναι ο σεβασμός της Δημοκρατίας, της ελευθερίας, της πολυφωνίας, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των σχέσεων καλής γειτονίας.
Ο δρόμος της Δημοκρατίας είναι ανηφορικός και συχνά δύσβατος. Αλλά είναι ο μόνος δρόμος που οδηγεί, τελικά, στην ευρωπαϊκή οικογένεια. Αυτά, μεταξύ άλλων, τόνισα στον Τούρκο πρωθυπουργό κ. Γιλντιρίμ στην πρόσφατη συνάντησή μας. Η επίσκεψή του στην Ελλάδα είχε κάποια θετική συμβολή στην ατμόσφαιρα των διμερών μας σχέσεων. Όμως, μόνον η ατμόσφαιρα δεν αρκεί. Πρέπει να έχει αντίκρισμα και αντιστοίχιση με την ουσία και το περιεχόμενο της εφαρμοζόμενης πολιτικής. Και εκεί υπάρχει σοβαρή αναντιστοιχία μεταξύ λόγων και πράξεων. Δηλώσεων από τη μια πλευρά και γεγονότων από την άλλη.
Στο Αιγαίο η αναθεωρητική πολιτική, η παραβατική συμπεριφορά και οι προκλήσεις της γείτονος συνεχίζονται. Η κατάσταση αυτή αυξάνει τους εν δυνάμει κινδύνους. Ο συνδυασμός αυτής της πρακτικής με προκλητικές δηλώσεις που αμφισβητούν την εδαφική ακεραιότητα της Ελλάδας και που υπονομεύουν το κύρος και αυτής ακόμα της Συνθήκης της Λωζάννης, διαμορφώνουν μία εξαιρετικά δυσάρεστη κατάσταση. Είναι δε αδιανόητο ότι φθάνει να αμφισβητείται η κυριαρχία ακόμα και επί κατοικημένων ελληνικών νησιών. Η Τουρκία πρέπει να αναθεωρήσει αυτήν τη στάση.
Οι λαοί μας δεν μπορούν και δεν πρέπει να πορευτούν μέσα από εντάσεις και αδιέξοδα. Είμαστε καταδικασμένοι από τη γεωγραφία και από την Ιστορία μας να ζούμε μαζί. Στους λαούς μας αξίζει ένα καλύτερο παρόν και ένα ακόμα καλύτερο μέλλον. Η θετική διμερής συνεργασία στην οικονομία και στον τουρισμό θα δυναμώσει ακόμα περισσότερο, θα φέρει ακόμα περισσότερα οφέλη σε πλαίσιο ηρεμίας, αμοιβαίου σεβασμού και εμπεδωμένης ασφάλειας.  Θέλω εδώ να στείλω ένα μήνυμα προς όλους. Στην Ελλάδα και στην Κύπρο είμαστε στοιχημένοι σε μία συμπαγή εθνική γραμμή ευθύνης ενάντια στις τουρκικές παραβιάσεις του Διεθνούς Δικαίου και στην αδιαλλαξία της Άγκυρας στην Κύπρο και στο Αιγαίο.
Η Νέα Δημοκρατία συνέβαλε πρώτη στη διαμόρφωση αυτής της εθνικής γραμμής. Το έχουμε πει πολλές φορές, το επαναλαμβάνω και σήμερα. Πιστεύουμε ότι τα εθνικά ζητήματα, καθώς και οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει η χώρα στην εξωτερική πολιτική και την άμυνα, δεν πρέπει να γίνονται αντικείμενο κομματικής εκμετάλλευσης και αντιπαράθεσης. Σε όλα τα μεγάλα εθνικά θέματα έχουμε αναλάβει και θα συνεχίσουμε να αναλαμβάνουμε πρωτοβουλίες στήριξης των εθνικών συμφερόντων. Το κάναμε και συνεχίζουμε να το κάνουμε στο προσφυγικό – μεταναστευτικό με συνεχείς ενημερώσεις εταίρων και συμμάχων.  Υπογραμμίζοντας το μέγεθος και το βάρος της πρόκλησης που έχει αναλάβει η πατρίδα μας ως χώρα – εξωτερικό σύνορο της Ευρώπης. Το κάναμε και θα  συνεχίσουμε να το κάνουμε απέναντι στην τουρκική πολιτική έντασης στο Αιγαίο, με παρεμβάσεις σε εταίρους, συμμάχους και στα θεσμικά όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ΝΑΤΟ.
Την ίδια πολιτική αποφασιστικών παρεμβάσεων και πρωτοβουλιών εφαρμόσαμε  και  στην περίπτωση της προσβολής της Αγίας Σοφίας ως παγκόσμιου πολιτιστικού μνημείου. Ζήτησα άμεσα, με επιστολή μου προς την ΟΥΝΕΣΚΟ, να παρέμβει για να μην επαναληφθεί η απαράδεκτη αυτή ενέργεια.
Με αυτό το πνεύμα κινούμαστε και στο θέμα της ονομασίας της έτερης γειτονικής μας χώρας.  Καταστήσαμε σαφές, τόσο στη Διεθνή Κοινότητα, όσο και στην Κυβέρνηση των Σκοπίων, ότι, ενώ αξιολογούμε θετικά την αλλαγή ατμόσφαιρας και μηνυμάτων, δεν πρόκειται να μετακινηθούμε από τη θέση του Βουκουρεστίου και την εκεί ομόφωνη απόφαση της Συμμαχίας, που άλλωστε έχει υιοθετηθεί και από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η θέση αυτή συνοψίζεται σε τέσσερις λέξεις: Πρώτα λύση, μετά ένταξη.
Κυρίες και κύριοι βουλευτές, κλείνω με την εξής παρατήρηση:
Η επίκληση της εθνικής ενότητας δεν μπορεί να είναι σημαία ευκαιρίας και σίγουρα δεν μπορεί να είναι αναγκαστική καταφυγή μπροστά στα δύσκολα και περιστασιακή επιλογή μπροστά στα αδιέξοδα. Για μας στη Νέα Δημοκρατία, η εθνική ενότητα αποτελεί σταθερή και διαχρονική πεποίθηση. Πεποίθηση που υλοποιούμε και σήμερα όταν μιλάμε και εργαζόμαστε για μια συμπαγή γραμμή ευθύνης.
Οφείλω όμως εδώ να πω ότι αυτή η γραμμή ευθύνης πρέπει να υπηρετείται από όλους και ότι όλοι πρέπει να στέκονται στο ύψος των περιστάσεων έχοντας αίσθημα εθνικού καθήκοντος. Συμπεριφορές ρηχού εντυπωσιασμού, επιπόλαιης αυτοπροβολής και μικροκομματικής εκμετάλλευσης εθνικών ευαισθησιών πρέπει να αποφεύγονται. Να μην δίνουν λαβή στην άλλη πλευρά για απαράδεκτα επιχειρήματα ή, ακόμη χειρότερα, να μην αποτελούν άλλοθι για προκλητικές ενέργειες. Κύριε Τσίπρα, αυτό είναι δικό σας χρέος να το διασφαλίσετε.
Διαφορετικά είστε συνυπεύθυνος για τις συμπεριφορές αυτές και για τις συνέπειες που μπορεί να έχουν.
Τα εθνικά θέματα δεν μπορούν να μπαίνουν στη ζυγαριά των ενδοκυβερνητικών ισορροπιών με τρόπο που να πλήττεται η αξιοπιστία της χώρας. Η επόμενη περίοδος θα είναι ιδιαίτερα σύνθετη και δύσκολη και οι προκλήσεις σοβαρές και πιεστικές. Τα εθνικά θέματα είναι πολύ σοβαρά για να αντιμετωπίζονται από ορισμένους με ελαφρότητα. Το βάρος της ελληνικής Ιστορίας είναι μεγάλο.
Οφείλουμε όλοι να κάνουμε τα πάντα, για να αποδεικνύουμε ότι μπορούμε να ανταποκρινόμαστε με άξιο τρόπο στην κρισιμότητα των στιγμών.»

Η Επικεφαλής της Δημοκρατικής Συμπαράταξης και Πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ Φώφη Γεννηματά ανέφερε «43 χρόνια είναι πάρα πολλά. Το ναυάγιο, με ευθύνη της Τουρκίας, των συνομιλιών στο Κραν Μοντάνα, είναι ένας ακόμα κρίκος στην αλυσίδα των ανεπιτυχών προσπαθειών για επίλυση του Κυπριακού.
Είναι ένας σταθμός και όχι το τέλος της διαδρομής. Γιατί τέλος διαδρομής και λύση με καθεστώς κατοχής και τείχος διαίρεσης δεν μπορεί να υπάρχει.
Με ψυχραιμία, σύνεση, εθνική συνεννόηση, Κυπριακή Δημοκρατία και Ελλάδα σε συντονισμό,  οφείλουμε να δημιουργήσουμε νέα ευκαιρία για την επίλυση του Κυπριακού.
Με ακόμα πιο ενεργό και ουσιαστικό ρόλο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Θέλω να θέσω ένα ερώτημα προς τη κυβέρνηση: πώς είναι δυνατόν να βρισκόμαστε στην αιχμή του νέου γύρου διαπραγματεύσεων στο Κραν Μοντανά, και να μην υπάρχει ούτε μια αναφορά στις αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου στο Κυπριακό; Τί ακριβώς συνέβη;
Δεν νομίζετε κ. Πρωθυπουργός ότι οφείλετε μια ενημέρωση στην Εθνική Αντιπροσωπεία για μια τόσο κρίσιμη παράλειψη –αν είναι παράλειψη και όχι επιλογή.
Περιμένουμε τις εξηγήσεις του κ. Πρωθυπουργού, γιατί δεν παίχτηκε ισχυρά του ευρωπαϊκό «χαρτί».
Είναι ίσως η πρώτη φορά που συμβαίνει αυτό σε τέτοια συγκυρία.
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι έχουν γίνει τεράστιες και ειλικρινείς προσπάθειες και από την Κυπριακή Δημοκρατία και από την Ελλάδα και με σημαντικές χειρονομίες «καλής θέλησης» προκειμένου να επανενωθεί το νησί.
Να τελειώσει η απαράδεκτη κατοχή και να υπάρξει δίκαιη, βιώσιμη και λειτουργική λύση, αποδεκτή από τον κυπριακό λαό, με βάση τις αποφάσεις και τα ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ και το Ευρωπαϊκό κεκτημένο.
Οι ευθύνες της Τουρκίας και για την τελευταία αποτυχία είναι δεδομένες.
Για μια ακόμη φορά τορπίλισε, με τις άκαμπτες θέσεις της την προσπάθεια επίλυσης, που αυτή τη φορά έφθασε τόσο κοντά σε ένα θετικό αποτέλεσμα.
Οι αδιάλλακτες θέσεις της Τουρκίας μπλόκαραν και εξακολουθούν να μπλοκάρουν, κάθε προσπάθεια επίλυσης του Κυπριακού. Όλοι πλέον, έστω και με αποχρώσεις και αποκλίσεις στις διατυπώσεις, συνομολογούν, ότι πρέπει να υπάρξει υπέρβαση του καθεστώτος εγγυήσεων και απόσυρση των κατοχικών δυνάμεων.
Μόνο η Τουρκία αρνείται να προσαρμοστεί. Οι ευθύνες είναι βαρύτατες.
Σε κάθε περίπτωση όμως  δεν είναι η στιγμή  να περιοριστούμε στο blame game. Δεν αρκεί. Αυτό βολεύει τους εθνικιστές κάθε απόχρωσης και πλευράς.
Προφανώς δεν είμαστε εδώ για να αποτυπώσουμε την αποτυχία. Χρειάζεται προσοχή και σοβαρότητα η διαχείριση της επόμενης μέρας.
Πρώτη επισήμανση να δούμε και  την έκθεση του Γενικού Γραμματέα προς το Συμβούλιο Ασφαλείας για να αξιολογήσουμε σωστά την κατάσταση και να εκτιμήσουμε το πώς θα κινηθούμε από δω και πέρα. Θέλω να επιστήσω την προσοχή σας στην αιχμηρή φράση «καλή επιτυχία στους κατοίκους της Κύπρου» του Γ. Γ  του ΟΗΕ κ. Γκουτιέρες.
Η δεύτερη επισήμανση που θέλω να κάνω, αφορά την  επιθετική δήλωση Τσαβούσογλου, ότι η λύση πλέον πρέπει να αναζητηθεί έξω από τις καλές υπηρεσίες και το πλαίσιο του ΟΗΕ.
Η λύση για εμάς πρέπει αυστηρά να αναζητηθεί στο πλαίσιο του ΟΗΕ. Αυτό από το οποίο δείχνει να θέλει να ξεφύγει τώρα η Τουρκία.
Το Κυπριακό πριν απ΄ όλα είναι διεθνές ζήτημα εισβολής και κατοχής.  Ο ΟΗΕ και το Συμβούλιο Ασφαλείας έχουν κυρίαρχο ρόλο και λόγο όπως και η Ευρωπαϊκή Ένωση κράτος μέλος της οποίας είναι η Κυπριακή Δημοκρατία. Και ας μην ξεχνάμε πότε συνέβη αυτό και από ποια κυβέρνηση.
Το τρίτο σημείο- επισήμανση στο οποίο θέλω να σταθώ είναι ότι σε συνεννόηση με τον Διεθνή παράγοντα, πρέπει να διασφαλιστεί ένα περιβάλλον ασφάλειας και ηρεμίας στην ευρύτερη περιοχή.
Σε λίγες μέρες η Κυπριακή Δημοκρατία, ασκώντας νομίμως τα δικαιώματα της, που απορρέουν από το Διεθνές Δίκαιο και της Συνθήκες, θα ξεκινήσει έρευνες στην ΑΟΖ της, σε συνεργασία με μεγάλες εταιρείες για υδρογονάνθρακες.
Κυρίες και Κύριοι Βουλευτές εμείς, στη Δημοκρατική Συμπαράταξη, έχουμε απόλυτη συνείδηση των δυσκολιών και της πολυπλοκότητας που περιβάλλουν το Κυπριακό και το αντιμετωπίζουμε όπως όλα τα θέματα εξωτερικής πολιτικής, με υψηλό αίσθημα πατριωτικής ευθύνης.
Είμαστε αντίθετοι με τη λογική του συμβιβασμού, τη λογική των «χαμένων  ευκαιριών», του «πάντα κάποιοι άλλοι φταίνε» γιατί εμείς γνωρίζουμε, ότι με σχέδιο, με συγκεκριμένη στρατηγική με κατάλληλες συμμαχίες, μπορείς να δημιουργείς ευκαιρίες και  νέα θετικά δεδομένα για την πατρίδα.
Στα θέματα αυτά δεν χωράνε κομματικές αντιπαραθέσεις.
Θέλουμε και στηρίζουμε για το Κυπριακό την εθνική γραμμή που υπάρχει και έχει διαμορφωθεί εδώ και χρόνια.
Την εθνική γραμμή που στηρίζεται στην αλήθεια, τη δικαιοσύνη και το Διεθνές Δίκαιο και το συμφέρον του Κυπριακού λαού.
Στο θέμα των Εγγυήσεων και Ασφάλειας, ως Εγγυήτρια Δύναμη εμπλεκόμεθα άμεσα, σε στενή πάντα συνεργασία με τη Λευκωσία και με πλήρη σεβασμό των απόψεών της.
Βασική μας κατευθυντήρια γραμμή για το Κυπριακό ήταν και παραμένει ότι «η  Λευκωσία αποφασίζει και η Αθήνα στηρίζει».
Στηρίζουμε  για το Κυπριακό και το επαναλαμβάνω μια «δίκαιη και βιώσιμη λύση» στη βάση της «διζωνικής, δικοινοτικής ομοσπονδίας», σύμφωνα με τις αρχές του ΟΗΕ και το κεκτημένο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Μια λύση που θα οδηγεί στην επανένωση της Κύπρου ως ομοσπονδίας χωρίς στρατεύματα κατοχής και αναχρονιστικές ρυθμίσεις Εγγυήσεων.
Μια λύση όπου ένα σύγχρονο σύστημα ασφάλειας (με άμεση συμμετοχή του ΟΗΕ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης) θα κατοχυρώνει πλήρως την ασφάλεια, δικαιώματα, ελευθερίες των δύο κοινοτήτων και όλων των πολιτών του νησιού. (π.χ. ως άμεσο πρώτο βήμα, ενθάρρυνση της ΕΕ, η οποία συμμετείχε στις διαπραγματεύσεις, να δηλώσει στο υψηλότερο δυνατό επίπεδο ότι η Κυπριακή Δημοκρατία, είναι μέρος της ΕΕ, άρα δεν χρειάζεται άλλη εγγύηση ασφάλειας και σίγουρα όχι την παραμονή τουρκικών στρατευμάτων για να εγγυηθεί την ασφάλεια των Τουρκοκυπρίων).
Δίνουμε τη μάχη μαζί με την Κυπριακή Δημοκρατία. Μια χώρα μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της Ευρωζώνης και του ΟΗΕ παραμένει διχοτομημένη και με παρουσία κατοχικών δυνάμεων.
Αυτό το καθεστώς είναι απαράδεκτο και για την Ευρώπη και για τον ΟΗΕ και για ολόκληρη την Οικουμένη.
Το τελευταίο τείχος στην Ευρώπη πρέπει επιτέλους να πέσει.
43 χρόνια μετά την εισβολή και κατοχή, σίγουρα δεν ξεχνάμε.
Συνεχίζουμε τις προσπάθειες.
Επιμένουμε, παλεύουμε και διεκδικούμε λύση.»

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΤΕ

Facebooktwittergoogle_plusmailFacebooktwittergoogle_plusmail

ΕΠΙΚΑΙΡΑ ΠΟΛΙΤΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , ,

Related Posts

Comments are closed.



Η «ΔΕΣΜΕΥΣΗ» (ψηφιακή εφημερίδα) θα ενημερώνει
τους αναγνώστες της σε Ελλάδα και εξωτερικό με συνέπεια, σε όποιες πολιτικές και οικονομικές αλλαγές προκύψουν.

Στόχος είναι οι πολίτες να εμπιστευτούν το ψηφιακό έντυπο και να αναγνωρίσουν την δημοσιογραφική έρευνα για να μπορούν να αγγίξουν όλες τις πτυχές της αλήθειας.


Η αρχή της δημοσιογραφίας είναι "όλα στο φώς" και ο αναγνώστης θα κρίνει και θα διαπιστώσει τα πραγματικά γεγονότα.

«Πρώτα Θέματα»
Επιπροσθέτως μέσω της εφημερίδας θα αποστέλλονται με ηλεκτρονική μορφή τα «Πρώτα Θέματα». Πρόκειται για τις κυριότερες ειδήσεις της βδομάδας.